
Μπορώ ν'ακούσω τη μοναξιά του κόσμου.
Η σιωπή της κραυγάζει δυνατά.
Και τ'αστέρια που σβήνουν,
άδοξα αλλάζουν το μέλλον.
Φαντασμαγορικά πέφτουν
και γεμίζουν τις ευχές των ανθρώπων με αισιοδοξία.
Κι αυτά που μένουν, προσμένουν, υπομένουν...
επίμονα ορίζουν τα μελλούμενα.
Η λάμψη τους, λάμψη να δώσει
σε όνειρα που γίναν με τα μάτια ανοικτά και κλειστά.
Περνάνε τα φεγγάρια.
Γεννιούνται και πεθαίνουν ασταμάτητα.
Κι ο ήλιος εκεί πάντα...
Να φωτίζει όπου υπάρχει αλήθεια
η όποια αλήθεια.
Που όταν την δεις απ΄το φως του σκοτεινιάζει,
κι η βασίλισσα τ'ουρανού το φως της σου δίνει.
τ'αστέρια όλα,
να δεις αυτό που κρύβεται στη δική σου πίστη και καρδιά.
Ο δρόμος για το σπίτι γραμμένος στον ουρανό είναι.
Και η ψυχή τ'ανέμου,
θα συναντήσει τη δικά σου,
για ν΄ανοίξεις τις πύλες του παντοτινού,
αστεριών που δεν σβήνουν...
Ν'αγγιξει το νερό, τη θάλασσα και τα ποτάμια.
Η ανάσα σου ένα με τη δικιά της να γίνει,
για ν'ακούσεις τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά,
τ'αυριανά καθημερινά νέα,
αυτά που πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν.
Η γνώση και η άγνοια,
ακατάπαυστα να πολεμούν,
ίσα να μείνουν,
να μην περάσει το ένα τ'άλλο,
για να φτάσεις στη χώρα σου,
στην προσωπική σου χώρα.
Με ευχές και κατάρες,
στο δρόμο που διάλεξα να προχωρώ,
στο τέλος να φτάσω,
στο ανύπαρκτο τέλος.
